Μια μπύρα Άλφα στην καρδιά της ελληνικής οικογένειας. Μια ανάλυση.

Η ιστορία

Αφορμή για σήμερα άλλη μια πετυχημένη διαφήμιση για την μπύρα Άλφα που μας έχει συνηθίσει σε μια συνταγή οικογένειας, Ελλάδας, με διάθεση φόντου πάντα σεντιμεντάλ που πάει και χτυπάει εκείνες τις χαραμάδες που όλοι μας έχουμε ανοιχτές, ότι και να περνάμε σε αυτή τη ζωή. Η οικογένεια που είναι «κούραση» όταν είσαι νέος και γίνεται «γλυκιά και απαραίτητη κούραση, μακάρι να την είχα» ή «και τι δε θα δινα να την είχα» όταν έχεις μεγαλώσει και αυτοί οι άνθρωποι που σε έκαναν αυτό που είσαι ή προσπάθησαν να σε κάνουν αυτό που είσαι -πάντα με τη δική σου συνδρομή- δεν είναι πια εδώ. Οι σκηνές της διαφήμισης είναι πέρα για πέρα ελληνικές και αγγίζουν ανθρώπους της φάμπρικας, του μεροκάματου. Μετά πιάνουν το Greek Dream του πατέρα να σπουδάσει τα παιδιά και να τα δει σε ένα γραφείο να μην παιδεύονται όσο εκείνος, αλλά να μην τα κάνει και μαλθακούς τύπους, μετά πιάνουν την νεανική ανία που είχες φουλ βόλιουμ όταν σε έβαζε ο πατέρας να βοηθήσεις στην οικογενειακή επιχείρηση -όσοι το έχουν περάσει καταλαβαίνουν αλλιώς τα πράγματα στη ζωή, ίσως- και στο τέλος μας δείχνει πως ότι και να γίνεις, όσα γραφεία και να σου δώσουν να κάτσεις πάντα εκεί θα γυρνάς όσο αυτός ο άλλος σου εαυτός είναι εκεί. Πάντα θα μοιράζεσαι τα πάντα μαζί του ακόμη και αν ντρεπόσουν για τη δουλειά που σε έβαζε να κάνεις γιατί οι μπαμπάδες των φίλων σου είχαν γραφεία και ήταν πολιτισμένοι. Μια Ελλάδα που πέρασε αλλιώς. Μια Ελλάδα ταξική στις συνειδήσεις μας ο κ. Δ. Γρηγορίου, έμπορος οπωρολαχανικών.

μπύρα Άλφα

1970, Monastiraki, photo by Bob Olsen

Τα συναισθήματα

Μετά οι άνθρωποι φεύγουν και απλά δεν έχεις τον τρόπο να μοιράζεσαι. Δε ξέρω αν η εργατικότητα είναι κληρονομική ή όχι. Η δυναμική ίσως είναι όμως. Η εικόνα των γονιών μας είναι νομίζω κάτι μεταβλητό. Αν σου τύχει να είσαι παιδί με τουλάχιστον λογικές συνθήκες ζωής και οικογένειας πάντα θεωρώ πως βρίσκεις μια εικόνα των γονέων σου για να την κρατάς σα φυλαχτό στη μνήμη σου για τα χρόνια που θα έρθουν. Έτσι να την έχεις. Θα θυμάσαι τη γιαγιά σου να πλέκει, εγώ θυμάμαι τη δικιά μου έτσι,  τη μαμά σου να μαγειρεύει ή να επιστρέφει από τη λαϊκή, εγώ θυμάμαι το φορτηγό καρότσι να έρχεται με κόπο, τον μπαμπά σου να πίνει τον καφέ του το απόγευμα ή να δουλεύει, εγώ θυμάμαι τον δικό μου να δουλεύει. Μόνο, με εξαίρεση κάποιες άλλες φωτογραφίες ζωής, πιο παιδικές. 

Οι αναμνήσεις

Η εργατικότητα όπως είπα πιο πάνω, δε ξέρω αν είναι κληρονομική αλλά η εικόνα του πατέρα μου να δουλεύει είναι. Δεν είχα γονείς υπαλλήλους που σημαίνει πως έβλεπα το χώρο δουλειάς τους και αυτό σημαίνει πως ήμουν εκεί. Άκουγα τα τηλέφωνα, τα παζάρια στο μαγαζί του πατέρα μου, τις στιχομυθείες με τους πελάτες, τα ρολά να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν κάθε μέρα, το συρτάρι του γραφείου να ανοιγοκλείνει όλη την ώρα, τις κόρνες των φίλων όταν πέρναγαν να πουν ένα γεια κορνάροντας απ’ έξω, τους καυγάδες ίσως με προμηθευτές, πωλητές, λογιστές, μεσάζοντες, πλασιέ και ότι άλλο. Τον θυμάμαι να γράφει εκείνο το βιβλίο με τα έσοδα-έξοδα και να άγχεται πάντα. Mετά ερχόταν το κουβάλημα. Να φορτώνεις και να ξεφορτώνεις αξημέρωτα και να νιώθεις σαν παιδί πως δεν υπάρχει αύριο και πως θα μείνεις για όλη σου τη ζωή εκεί. Να γεμίζεις φορτηγά. Να σου φωνάζει πως χαζεύεις πάλι, πως πρέπει να «πάρεις τα πόδια σου επιτέλους». Να τσακώνεσαι, να διαφωνείς, να του κάνεις και υποδείξεις άμα λάχει. Μετά μια φορά που «έφυγε» η γιαγιά όμως μόνη σου πήρες το δρόμο να ανοίξεις τα ρολά που κανονικά δεν μπορούσεις να σηκώσεις καν, χωρίς να στο ζητήσει και σε επιβράβευσε με το βλέμμα του μόλις γύρισε. Έμεινε άφωνος. Ίσως να είπε κάτι μέσα του καλό για σένα, αλλά μέσα του, μην πάρεις και αέρα. Δε ξέρω πως είναι να μην έχεις δει τους γονείς σου να δουλεύουν, να έχεις ζήσει δηλαδή στιγμές που είναι και πολύ προσωπικές στο κάτω κάτω. Να έχεις σκεφτεί 100 φορές σαν παιδί πως δεν τα κάνει καλά τα πράγματα ο μπαμπάς ή να έχεις σχεδιάσει τι θα έκανες εσύ στη θέση του. Πάντα είχα άποψη προσωπικά. Πάντα διαψεύστηκα αργότερα. 

Τώρα περνάς από το μαγαζί απ’ έξω που κάποτε ήσουν μέσα του, παίρνεις το τηλέφωνο το παλιό -τη συσκευή- για να μη νιώθεις μόνος, κρατάς σα φυλαχτό τον καπετάνιο στο κάδρο γιατί δεν μπορείς να πας στο πατρικό σου, δεν είναι γεμάτο, γυρνάς το κεφάλι από την άλλη όποτε οδηγείς στον ίδιο δρόμο που κάποτε έπαιζες και κάποιες φορές -αν είσαι τυχερός- δε νιώθεις πως είχες κάτι να τους πεις.

μπύρα Άλφα

Το σενάριο Β

Δε ξέρω αν ο νεαρός της διαφήμισης γινόταν σενάριο, αν θα έμενε στη δουλειά του τελικά, εκεί στο γραφείο. Έχω την αίσθηση πως θα τα παράταγε κάποια στιγμή και θα έβγαινε στο δρόμο για δουλειά. Μπορεί η εργατικότητα να είναι μεταδιδόμενη ή όχι, αλλά ίσως το μοντέλο δουλειάς του γονιού σου να σε συνεπαίρνει. Ίσως γι’ αυτό οι φουρναρέοι βγάζουν φουρναρέους και πάει λέγοντας. Αυτό έχεις δει, αυτό νομίζεις πως θέλεις, πως ξέρεις να κάνεις. Πιστεύω πάντως πως ο νεαρός με την Άλφα ή θα άνοιγε δικό του γραφείο πολύ σύντομα ή θα έπαιρνε το πόστο του πατέρα του στην αγορά και ίσως με τον καιρό να το εξελίξει σε e-shop. Το σίγουρο όμως είναι πως θα έχει εικόνα της πιάτσας, της αγοράς, του ιδρώτα που τρέχει ποταμός, σε αυτές τις δουλειές κυρίως και ακόμη και αν μείνει σε γραφείο και ασχοληθεί με εισαγωγές-εξαγωγές οπωρολαχανικών θα ψοφάει να κατεβαίνει στον πάγκο να πίνει μια μπύρα και να ακούει έναν Μητροπάνο.

Να τα πηγαίνετε τα παιδιά σας στη δουλειά σας. Τους κάνει καλό. Αν μη τι άλλο, τους γεμίζει εικόνες που θα μπορούσαν να είναι διαφήμιση.

Διαφημιστική Soho Square

Soundtrack Στέφανος Κορκολής

Στίχοι Εύη Δρούτσα

 

μπύρα Άλφα

 

The Good
The Bad