Ή πολεμιστής ή ρουφιάνος.

Ακονίζω τα μαχαίρια μου και είμαι έτοιμη για κάθε κίνηση του αντιπάλου. Πολλές φορές στο παρελθόν είχα σκεφτεί πως πολεμούσαν οι άνθρωποι. Πως είχαν το θάρρος, το νεύρο αλλά και την απαραίτητη αυταπάρνηση να μπουν σε μια μάχη. Όσα παραδείγματα κι αν είχα προσπαθήσει να φέρω στο μυαλό μου πάντα ήμουν σίγουρη πως δεν πλησίαζα καν στις σκέψεις και στους λόγους που οδηγούν έναν απλό άνθρωπο να γίνει μαχητής. Ήμουν σίγουρη πως καμιά προσομοίωση δεν μπορεί να σε κάνει να λουστείς με τον ιδρώτα της αληθινής μάχης. Όσες φορές και αν συγκρίνεις τις γενιές ακόμα και τη δική μας, την επονομαζόμενη και «γενιά του καναπέ», αν είσαι καλοπροαίρετος τόσες φορές θα καταλάβεις πως δε φταίνε οι γενιές αλλά οι συνθήκες που οδηγούν τις γενιές. Μέσα στις συνθήκες φυσικά και μπορείς να συμπεριλάβεις ελεύθερα το σύνολο της παιδείας, της διαπαιδαγώγισης και της κουλτούρας που φέρουν όσοι διαμόρφωσαν μια γενιά και φυσικά τις συνθήκες υπό τις οποίες και εκείνοι διαμορφώθηκαν. Αυτό που νιώθω όμως έντονα είναι πως κάθε γενιά πρέπει να είναι μαχητής και όχι θεατής. Να είναι της επανάστασης και όχι της σφαλιάρας. Όποια ώρα κι αν το πάρει χαμπάρι, καλό είναι να τον πηδήξει το λάκο ή ακόμα κι αν πέσει μέσα, να βραχεί, να λασπωθεί και να ξαναβγεί όσο αλώβητη μπορεί.

Κάποια φορά είχα τη μεγάλη τύχη να γνωρίσω έναν άνθρωπο που είχε τη μεγάλη ατυχία να πολεμήσει στην Κύπρο. Αληθινό στρατιώτη και όχι κουραφέξαλα και πολιτικάντικα λόγια. Είχα τη τύχη να θέλει να μιλήσει εκείνο το βράδυ για αυτό που λέγεται πόλεμος και να μη σταθεί μόνο στην περιγραφή των πολιτικών γεγονότων και της θεωρίας γύρω από το ζήτημα, αλλά να με αφήσει να εντρυφήσω στα συναισθήματα του την ώρα των μαχών, των καταδιώξεων, των πυροβολισμών, των διπλανών του που πέφτουν νεκροί και των αξιών που καταβαραθρώνονται μέσα σε δευτερόλεπτα. Μου περιέγραψε πάρα πολλές σκηνές πολέμου και καταδίωξης και απάντησε με υπομονή σε ότι δεν καταλάβαινα. Μου έλεγε για το λοχαγό και φίλο του που πέθανε δίπλα του και το πως αυτός βρέθηκε ζωντανός τελικά μέσα σε ένα νεκροτομείο.

Άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να ρωτήσει όποια χαζή απορία μου περνούσε από το μυαλό, ακόμη και το μέγεθος των χαρακωμάτων, πως πας εκεί, πως πιάνεις όπλο πρώτη φορά στη ζωή σου, εσύ που έφυγες να πας φαντάρος βρε αγόρι μου. Πως γίνεσαι άντρας, πως γίνεσαι ήρωας τελικά; Μα δε φοβάσαι; Σκέφτηκα πως κι εκείνος θα ρωτούσε τα ίδια ίσως το δικό του πατέρα που σίγουρα πολέμησε το 1940 και πως κι εκείνος θα είχε τότε τις ίδιες απορίες σα παιδί. Γιατί άσχετα με την ηλικία σου, πριν πας στον πόλεμο είσαι παιδί. Για πάντα. Δύο ερωτήσεις είχα αφήσει απ’ έξω από συστολή και γιατί κάτι μου μάγκωνε τη γλώσσα και δεν μπορούσα να πω τις λέξεις. Στο τέλος μετά τη φρίκη που έζησα, την πιο δυνατή προσομοίωση που ίσως είχα ποτέ μου από τον μόνο αληθινό πολεμιστή που γνώρισα ποτέ μου, ρώτησα.

rdeco_livewhatyouloveyellow1

Η ερώτηση ήταν πολύ μακρόσυρτη και διστακτική: …έχεις σκοτώσει άνθρωπο; Πως σκοτώνεις άνθρωπο;

Η πρώτη ερώτηση δεν απαντήθηκε ευθέως πρέπει να σου πω. Αμέσως σκέφθηκα πως ήταν περιττή στην ουσία. Για πόλεμο πήγε ο άνθρωπος, αλλά από την άλλη θα μπορούσε να υπάρχει το ενδεχόμενο να πας στον πόλεμο και να μη σκοτώσεις άνθρωπο. Βέβαια τι πόλεμος θα ήταν αυτός θα μου πεις; Όχι. Ακόμα και εκεί είδα αποβράσματα που ενώ δεν έπιασαν ούτε σκόνη από τα χαρακώματα, έβγαζαν λογάρες για τη μάχη. Η δεύτερη όμως ερώτηση απαντήθηκε και στην ουσία απάντησε και την πρώτη.

«Στον πόλεμο σκέφτεσαι ή εγώ ή αυτός. Πρέπει να αντιδράσεις. Αυτόματα. Δε το θες αλλά το θες. Σε οδηγούν οι συνθήκες να γίνεις πολεμιστής. Ή πολεμιστής ή ρουφιάνος θα γίνεις, τρίτο δεν υπάρχει».

Ο αντίπαλος είχε σκοτωθεί με ξιφολόγχη από απόσταση αναπνοής, έτσι για τη θηριωδία και την ιστορία.  Εγώ βουβάθηκα και κατάλαβα πως αυτό δεν περνά ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Από μόνος του μου είπε πως ακόμα ξυπνά τα βράδια, 38 χρόνια μετά. Ξυπνά ακόμα 13870 ημέρες αργότερα. Η πιο συνταρακτική αφήγηση που μου έγινε ποτέ ήρθε στο μυαλό μου κάποιες μέρες τώρα. Γιατί; Γιατί ίσως να πρέπει να διαλέξουμε αν θα είμαστε πολεμιστές ή ρουφιάνοι. Και είναι περίεργη αυτή η σχέση που έχουν αυτές οι δύο λέξεις. Αν δε γίνεις πολεμιστής θα γίνεις ρουφιάνος και του εαυτού σου. Αν πάλι δε γίνεις ρουφιάνος θα γίνεις πολεμιστής και για τον εαυτό σου. Γιατί κατάλαβα πως γίνεσαι ήρωας ακόμα κι αν ανήκεις στη γενιά του καναπέ. Γιατί συνέχεια σκέφτομαι πως θέλω και νιώθω έτοιμη να ορίσω τη μοίρα μου και ο καθένας τη δική του δηλαδή και πως όλα αυτά που συμβαίνουν κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Ξέρεις πως δεν είναι που καθόμουν στον καναπέ τόσα χρόνια, αλλά πως τώρα ήρθε η ώρα του πολέμου. Μπορεί να λέω μεγάλα λόγια και να με έχει πιάσει το γαμώτο μου απλά και να μη χρειαστεί να κάνουμε τίποτα, αλλά από την άλλη; Τόσοι άνθρωποι που υπέφεραν και δεν τα κατάφεραν μέσα από την πενταετή αναμέτρηση με τις συνθήκες της Ενωμένης Ευρώπης και της Κυβέρνησης που εμείς επιλέξαμε, όλοι αυτοί ήθελαν να γίνουν ήρωες;

Καταλαβαίνω όλη την πολιτική και οικονομική αξία της παραμονής στο ευρώ και πως αυτά είναι απλά το παιχνίδι της διαπραγμάτευσης, αλλά ειλικρινά νιώθω τόσο πολύ τη βαρεμάρα να μου ανεβαίνει στο λαιμό, νιώθω τόσο πολύ το χέρι μου να θέλει να κάνει κάτι, τα πόδια μου να θέλουν να τρέξουν επιτέλους, το αίμα μου να βράζει. Όχι για πάρτη μου. Να πως γίνεσαι πολεμιστής. Όταν μέσα σου πιστεύεις στ’ αλήθεια πως πρέπει να προχωρήσεις μπροστά με όποιο τρόπο και άσχετα που φοβάσαι, γιατί φοβάσαι-δε ξέρεις τι γίνεται μετά το πρώτο βήμα- εσύ επιθυμείς να προχωράς μόνο. Να νιώσεις το αίμα στις φλέβες σου βρε αδελφέ! Να καταλάβεις πως αν δεν τ’ αλλάξεις εσύ, θα σε αλλάξουν αυτά. Να καταλάβεις πως απογαλακτίστηκες και έχεις ένα δρόμο να κάνεις, ένα καθήκον που σου επιβάλλει μεν η εποχή και κάποιοι άλλοι αλλά εσύ θέλεις να το κάνεις γιατί εδώ που κάθεσαι δεν κάνεις τίποτα. Νερό που λιμνάζει, βαλτώνει! Η σιωπή σε κάνει συνεργό.

Δε νιώθω πως πρέπει εμείς οι Έλληνες να εξαιρεθούμε και δε θρέφω καμιά τέτοια άποψη πως για τίποτα δε φταίμε εμείς και πως όλα μας τα φόρτωσαν και πως η Ελλάδα γεννά το φως άρα δεν πρέπει να πληρώνει το ρεύμα. Νιώθω πως με όλες τους τις δυνάμεις, βάζοντας όλα τους τα δυνατά μας έκαναν αδύναμους και μας ξεπούλησαν. Και ξέρουμε όλοι μας δα, πόσο ο Ελληνικός λαός υπομένει και που στο καλό τη βρίσκουμε τόση υπομονή εμείς ως λαός; Απορώ δηλαδή με τις αντοχές μας. Τι DNA υπομονής μας έχουν δώσει; Ας τελειώσουν εδώ όσα είναι να τελειώσουν και ας κάνουμε να αρχίσουν όσα είναι να αρχίσουν. Κανείς δε μπορεί να σου πει, εμένα κανένας δε με πείθει πως θα είναι χωρίς ευρώ, πως είναι η χρεωκοπία μιας χώρας, αλλά κι αυτή η χρεωκοπία που έχουν υποστεί τα κουράγια μας και η ψυχολογία μας πως θα είναι; Μήπως θα ξυπνάμε κι εμείς 13870 ημέρες αργότερα και θα τα λέμε στους μικρότερους; Ποια κοινωνία θα γεννήσει αυτή η ημιφάνερη χρεωκοπία που βαφτίζεται κρίση. Εμείς δεν έχουμε κρίση, μας πέθανε ο μακαρίτης και είμαστε πάνω από το μνήμα και κλαίμε βουβά χρόνια τώρα. Ας βάλουμε τις φωνές να ξεσπάσουμε τελικά!

Η ευκαιρία σου δίνεται και εσύ πρέπει να διαλέξεις στρατόπεδο. Ή εδώ θα είσαι ή με τους αντιπάλους. Μοιραία και σύμφωνα με τη θεωρία των παιγνίων. Γιατί αν δεν είσαι εδώ, θα βοηθάς μια ζωή τον αντίπαλο, εσκεμμένα, ηθελημένα, με σώας τας φρένας και στην περίπτωση μας το άθροισμα δε βγάζει μηδέν. Παίρνει αρνητικό πρόσημο. Αν κληρωθήκαμε λοιπόν εμείς να είμαστε η αλλαγή, ας είμαστε αναλαμβάνοντας το κόστος μιας τέτοιας απόφασης υπεύθυνα από μόνοι μας και όχι γιατί μας το επιβάλλουν άλλοι. Να πάμε πιο μπροστά αν χρειαστεί, να τους τρελλάνουμε αν χρειαστεί, να μη φοβηθούμε να ζητήσουμε την αλλαγή που μας ανήκει, για το καλό μας.

Ή πολεμιστής ή ρουφιάνος!

Print Friendly, PDF & Email

By continuing to use the site, you agree to the use of cookies. more information

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close