συνέντευξη: Αλεξάνδρα Τσουκαλά.

Είστε όλο γκρίνια Rdecofan-άκια. Ή μήπως δεν είστε πια; Για να το θέσω λοιπόν καλύτερα, οικογενειακά προβλήματα υγείας είναι αυτά που με κρατούν μακριά. Δεν έχει να κάνει με την πιθανότητα να σας βαρέθηκα. Ούτε να το σκεφτείτε αυτό και σας ευχαριστώ ουσιαστικά για την μικρή γκρίνια σας. Ελπίζω να καταλαβαίνετε. Να σας πάω λοιπόν σήμερα βόλτα να γνωρίσετε ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που είναι απολύτως ιδιαίτερο. Είναι μια συνέντευξη που πολύ καιρό ήθελα και τώρα την έχω. Τα προαναφερθέντα ζητήματα δε με άφησαν βέβαια να την αναρτήσω εγκαίρως και ζητώ συγγνώμη από όλους τους αναγνώστες για αυτό. Ο τίτλος δεν ήταν εύκολη υπόθεση σε αυτό το ποστ. Δηλαδή, ακόμα και τώρα που ξεκίνησα να γράφω, ακόμα δεν τον έχω βρει τι θα έβαζα από καρδιάς. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν επιθυμώ να ακολουθήσω τη μανιέρα των συνεντεύξεων και αναφορών που βρήκα σε περιοδικά και άλλα έντυπα.

Το Rdeco φιλοξενεί την Αλεξάνδρα Τσουκαλά

Πρόκειται για μια χορευτική προσωπικότητα που κάποια στιγμή μεταγεννήθηκε σε προσωπικότητα του design. Οι δημιουργίες της φυσικά έχουν ρυθμό και θεωρώ πως από την αγάπη για αυτό το ρυθμό των σωμάτων, έκανε άλμα στην αγάπη, των φωτιστικών σωμάτων, ιδρύοντας το minimum design.

Rd: Να σου πω καλώς ήλθες στο Rdeco και να αρχίσω ρωτώντας, πως έρχεται η έμπνευση. Πως ξαφνικά, μια μέρα, βγαίνουν όλα αυτά τα δημιουργήματα από το μυαλό ή τη ψυχή ενός ανθρώπου; Είναι κληρονομιά; Είναι μνήμη; Είναι γέννημα;

A.T.: Είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών που λες. Μια παράσταση της Martha Graham στην οποία οι χορευτές χόρευαν μέσα σε κάτι σωλήνες από ζέρσευ ύφασμα και διαγράφονταν οι κινήσεις τους ήταν κάτι που με είχε γοητεύσει και είχε χαρακτεί στη μνήμη μου. Τα πρώτα φωτιστικά μου ήταν φτιαγμένα από έναν σιδερένιο σκελετό και ντυμένα με ζέρσευ ύφασμα όπως οι χορευτές που είχα δει. Όμως το σημαντικότερο στοιχείο της έμπνευσης για μένα έρχεται από τα ίδια τα υλικά . Ένα πλισαρισμένο ύφασμα μου έδωσε την έμπνευση για το φωτιστικό μου. Το ύφασμα ,η διαφάνεια το βάρος του η ελαστικότητά του κλπ. Άλλη φορά ανακάλυψα μία πλαστική μπανέλα που μου έδωσε νέα σχήματα και έκανα μια νέα σειρά φωτιστικών. Πώς θα μπορούσα να τα φανταστώ αυτά αν δεν είχα δει αυτά το υλικά; Γι αυτό πιστεύω ότι όσο κανείς ενημερώνεται για τα υλικά που βγαίνουν, συνεχώς καινούργια και τις νέες τεχνικές τόσο το μυαλό θα γεννά νέα σχέδια.

Rd: Διάβασα στην περιγραφή των φωτιστικών πως «δεν πρόκειται για τίποτα παραπάνω από το απαραίτητο». Μια φράση που θεωρώ πως ευχαρίστως θα διάλεγε και ο πατέρας σου, o λατρεμένος μου, ο Άρης Κωνσταντινίδης. Βρήκα φυσικά πολλές ομοιότητες στη σκέψη με εκείνον. Σεβασμός στα υλικά, εμφανής ο ρόλος τους και η λειτουργία τους. Θα μπορούσες να μας το εξηγήσεις καλύτερα;

A.T.: Ναι, όταν λέω το απαραίτητο αναφέρομαι σε μια κατασκευαστική ειλικρίνεια. Δηλαδή αν χρειάζεται για να στηρίξω το φωτιστικό μου ένα τετράγωνο μασίφ 8 χιλιοστών δεν θα βάλω ποτέ ένα θηριώδες για να δώσω μια ψεύτικη εικόνα. Ακόμη θέλω η ταυτότητα του υλικού να είναι αναγνωρίσιμη και η μορφή του αντικειμένου να προκύπτει από την κατασκευή και τα υλικά που το συνθέτουν. Το σίδερο να μοιάζει με σίδερο και όχι με ξύλο για παράδειγμα. Θα με ενοχλούσε το φωτιστικό μου που έχει αυτή τη μορφή λόγω του υφάσματος από το οποίο είναι φτιαγμένο να το έφτιαχνα το ίδιο πχ. από μάρμαρο. Θα ήταν ψεύτικο.

Rd: Γιατί στράφηκες στο ύφασμα; Γιατί η πιέτα; Γιατί τόσα σχήματα; Υπάρχει κρυφή μετάφραση στη χρήση του υφάσματος;

A.T.: Το ύφασμα μου αρέσει διότι παίζει το ρόλο του φίλτρου . Όπως στον ήλιο που δεν μπορείς να τον κοιτάξεις απευθείας διότι σε τυφλώνει . Έτσι ανάλογα με το πάχος την ύφανση την πυκνότητα του υφάσματος αφήνεις να περάσει τόσο φως ώστε να δημιουργεί μια ευχάριστη αίσθηση. Το πλισάρισμα μου δίνει ελαστικότητα και η ελαστικότητα μου δίνει κίνηση και μπορώ να δημιουργήσω σχήματα. Ακόμη εκεί που υπάρχει φως υπάρχει και σκιά και παίζοντας με αυτά τα δυο μπορείς να κάνεις ενδιαφέροντα πράγματα.

Rd: Στα αντικείμενα που σχεδιάζεις και κατασκευάζεις, διέκρινα δύο «σχολές» αν θα μπορούσαμε να τις πούμε έτσι. Μια πρώτη, αυστηρά αρχιτεκτονική που αφορά σε εκείνα τα υπέροχα έπιπλα που είδα στο site σου. Έπιπλα αμιγώς χρηστικά, με ξεκάθαρες φόρμες, ολοφάνερα υλικά και χρήσεις. Βιομηχανικά εμπνευσμένα θα μπορούσαμε να πούμε. Η άλλη πάλι, αυτή των φωτιστικών, είναι μια λατρεία στην αέναη κίνηση -του χορού ίσως-, στη σύνθετη φόρμα που μπορεί να δώσει το ύφασμα, στο «τυχαίο αλλά ωραίο» να πω;

A.T.: Όπως σου είπα και πριν, από το υλικό προκύπτει η μορφή. Δεν είναι λοιπόν δυο σχολές αλλά μία και μοναδική. Φτιάχνεις ένα αντικείμενο χρηστικό για να εξυπηρετήσεις μια ανάγκη. Μεταχειρίζεσαι το κατάλληλο υλικό με τις δυνατότητες που σου δίνει και έχεις πάντα κατά νου να εξυπηρετήσεις την ουσία δηλαδή την πρωταρχική ανάγκη της λειτουργίας που το γέννησε. Έτσι δεν έφτιαχναν και οι πρωτόγονοι τα σκεύη τους τα εργαλεία τους τα σπίτια τους και που ήταν τόσο ωραία και σήμερα ακόμη τα θαυμάζουμε και τα βλέπουμε και στα μουσεία. Με τον ίδιο τρόπο θα έπρεπε και σήμερα οι άνθρωποι να κατασκευάζουμε χρησιμοποιώντας όμως σύγχρονα υλικά και τεχνικές. Μόνο έτσι μπορεί να προκύψει κάτι ωραίο.

Rd: Το minimum design είναι το εργαστήριο σου και διάβασα πως λειτουργεί με τέσσερα άτομα στην παραγωγή του, φροντίζοντας να συνεργάζεστε με μικρές βιοτεχνίες. Επιστροφή στο χειροποίητο; Αποστροφή για τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα;

A.T.: Δυστυχώς δεν είναι πια τέσσερα τα άτομα αλλά λιγότερα. Όχι δεν έχω καμία αποστροφή για τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα. Απλά αυτές είναι οι δικές μου δυνατότητες.

Rd: Πότε ξεκινά ο σχεδιασμός και πότε επιτέλους αφήνουμε το μολύβι κάτω ευχαριστημένοι; Σε ποια φάση είναι καλό να υπεισέρχεται η δημιουργία της μακέτας ή του πατρόν;

A.T.: Επειδή δεν σπούδασα ντιζάιν αλλά ασχολήθηκα με τον χορό παλαιότερα, έμαθα να σχεδιάζω εμπειρικά κατευθείαν με το υλικό. Ξεκινώ δηλαδή κατευθείαν με την κατασκευή. Μου αρέσει αυτός ο τρόπος διότι βλέπω το αντικείμενο στο μέγεθος του να αποκτά μορφή ζωντανό μπροστά μου. Αυτό έχει τα καλά του έχει και τα κακά του διότι αν κάτι πάει στραβά το γκρεμίζεις και ξαναρχίζεις.

Rd: Υπάρχει ο φόβος της μανιέρας; Υπάρχουν φαντάζομαι άπειρα προσχέδια που δεν υλοποιήθηκαν, όπως γίνεται στα συρτάρια κάθε σχεδιαστή/αρχιτέκτονα. Υπάρχει μια συγκεκριμένη αφορμή που κάτι τελικά μπαίνει σε παραγωγή; Υπάρχει μια συγκεκριμένη προσμονή από το αντικείμενο, που αν δεν ικανοποιηθεί, δεν αξίζει (για τώρα ή για πάντα) να εμφανιστεί στον κόσμο;

A.T.: Υπάρχει πάντα ο φόβος της μανιέρας. Διότι κάτι που πέτυχε, έχεις την τάση να το επαναλάβεις, ίσως λίγο διαφορετικό αλλά χωρίς λόγο και τότε γίνεται βαρετό και δεν ενδιαφέρει κανέναν. Υπάρχουν προσχέδια που μπήκαν στην άκρη αλλά που τελικά δεν πήγαν χαμένα και κάποια χρησιμοποιήθηκαν σε μια μετέπειτα ιδέα. Η ζήτηση είναι η αφορμή για να μπει ένα αντικείμενο στη παραγωγή. Προϋπόθεση είναι καταρχήν να είναι σωστή η χρήση, να λειτουργεί, να έχει προσιτή τιμή .

Rd: Τι είναι σχεδιασμός ή design αγγλιστί;

A.T.: Σχεδιάζουμε τρόπους να κάνουμε την ζωή μας πιο ευχάριστη. Επιλύουμε λειτουργικές ανάγκες χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες .

Rd: Υπάρχει κάποια μόδα που είδες και θα ευχόσουν να μην είχε υπάρξει;

A.T.: Δεν μου αρέσουν οι ψεύτικες τσέπες που δεν είναι τσέπες. Δεν μου αρέσουν τα κουμπιά που είναι διακοσμητικά και δεν κουμπώνουν.

Rd: Πες μου τη γνώμη σου για τη διακόσμηση. Πως έφτιαξες το υπέροχο σπίτι σου; Τι δε μπορούσε να λείπει από μέσα; Τι ξέρεις ως τρικ για καλύτερο σπιτικό περιβάλλον. Τι προτείνεις να προσέχουμε στο φωτισμό, που είναι και το πεδίο δράσης σου;

A.T.: Σε καμία περίπτωση δεν έχω διακοσμήσει το σπίτι μου. Όλα έχουν τον λόγο τους και δεν θα μπορούσε να λείπει κάτι που χρειάζομαι. Το τρικ είναι να το φτιάξεις έτσι ώστε να νιώθεις και να ζεις καλά. Τόσο απλά. Ό έμμεσος φωτισμός είναι ο καλύτερος. Περισσότερες πηγές φωτός από διαφορετικά σημεία.

Rd: Σε εσένα, ποια ήταν η καλύτερη και η χειρότερη συμβουλή που σου έδωσε κάποιος, όταν αποφάσισες να ασχοληθείς με το σχεδιασμό;

A.T.: Κάτι που διάβασα σε ένα βιβλίο του πατέρα μου που αναφέρεται σε κάποιο κείμενο του Αντολφ Λόος. Σας μεταφέρω κάποιο απόσπασμα……ήτανε κάποτε…γράφει ο Άντολφ Λόος το 1903, «ένας σελοποιός . Ένας ικανός καλός τεχνίτης. Και έφτιαχνε σέλες που στη μορφή τους δεν είχανε καμιά σχέση με τις σέλες που υπήρχανε από τους περασμένους αιώνες. Ούτε με τις τούρκικες ούτε με τις γιαπωνέζικες. Σύγχρονες λοιπόν σέλες. Όμως αυτό δεν το ήξερε ο ίδιος. Τότε ήρθε στη πόλη (Βιέννη) μια περίεργη κίνηση που την ονομάζανε διαχωρισμό (=SEZESSION) και που πρέσβευε πως όλα τα αντικείμενα έπρεπε να είναι μοντέρνα. Πήγε ο σελοποιός με τις σέλες του να βρει έναν από τους ηγέτες της SEZESSION να τον ρωτήσει αν οι σέλες του είναι μοντέρνες για να πάρει αρνητική απάντηση και αφού του είχε κάνει μια διάλεξη με λέξεις (τέχνη και χειροτεχνία), (ατομικότητα), (εφαρμοσμένη τέχνη), ο σελοποιός έφυγε ντροπιασμένος και όσο κι αν προσπαθούσε του έβγαινε πάντα η ίδια σέλα. Κι όταν ξαναπήγε, ο καθηγητής του είπε «δεν έχεις φαντασία, αλλά έλα αύριο πάλι» Ο καθηγητής έβαλε θέμα στην τάξη σχέδιο για μια σέλα. Έκαναν 44 σχέδια οι σπουδαστές και 5 ο καθηγητής. Όταν τα είδε ο σελοποιός γούρλωσε τα μάτια του και είπε « κύριε καθηγητή , αν καταλάβαινα κι εγώ τόσο λίγο από ιππασία, από άλογο, από πετσί και από εργασία, όπως εσείς, τότε θα είχα τη δική σας φαντασία. Και ζει ευτυχισμένος και ευχαριστημένος. Και φτιάχνει σέλες. Μοντέρνες; Δεν ξέρει. Ξέρει πως κάνει σέλες.»

Rd: Το Rdeco το διαβάζουν και πολλοί νέοι διακοσμητές, αρχιτέκτονες, σχεδιαστές. Θα ήθελες να δώσεις μια συμβουλή ή μια κατευθυντήρια γραμμή σε αυτούς τους νέους δημιουργούς; Ισχύει το «με λογική και μ’ όνειρο»; Τι χρειάζεται ένας νέος δημιουργός για να βγει από τα όρια της ανωνυμίας και να αποτελέσει ένα brand name ενδεχομένως;

A.T.: Θέλει πολύ επιμονή και υπομονή διότι στην Έλλάδα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας σχεδιαστής είναι περισσότερα από τον Γερμανό η τον Γάλλο. Πολλές φορές δενβρίσκεις υλικά. Δεν υπάρχει συνέχεια .Η αγορά είναι μικρή. Οι ελληνικές εκθέσεις ενώ είναι καλά οργανωμένες απευθύνονται σε περιορισμένο κοινό. Οι εκθέσεις έξω δίνουν μεγαλύτερες προοπτικές αλλά είναι ακριβές. Το με «λογισμό και μ΄όνειρο» φυσικά ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Στην περίπτωση αυτή θα προσέθετα το κουράγιο.

Rd: Πως κρίνεις την επιθυμία που είναι διάχυτη σε όλο το σχεδιαστικό πλανήτη μας, να κάνει κάποιος κάτι εντελώς διαφορετικό, να ορίσει δική του «σχολή» ή στυλ;

A.T.: Τι θα πει στύλ; Γιατί πρέπει να κάνεις κάτι διαφορετικό για το διαφορετικό; Να κάνεις κάτι για κάποιο λόγο. Που δίνει λύσεις, δημιουργεί καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Σχεδιάζεις μια καρέκλα με κάποια καινούργια τεχνολογία που μπορείς να κάτσεις καλά, αυτό είναι το σημαντικό. Αυτό θα είναι κάτι πρωτότυπο. Μια καρέκλα που έχει στυλ και δεν μπορείς να κάτσεις είναι τίποτα.

Rd: Θα εκφράσω για άλλη μια φορά το θαυμασμό μου στη δουλειά σου. Διαθέτω δύο φωτιστικά «Pyrgos» και από πρώτο χέρι θα πω πως είναι όντως θαυμάσια και ήδη ερωτεύθηκα αυτή την κάβα Cellar που έχεις σχεδιάσει. Τι νέο ετοιμάζεις;

A.T.: Χαίρομαι που έχεις φώτα μου και σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Μόλις έκανα κάποια καινούργια φωτιστικά που παρουσίασα στην έκθεση στη Γερμανία . Το ένα λέγεται «Twist» το άλλο «Πουλιά» και το άλλο «Το άγγιγμα του Μίδα» διότι είναι χρυσό. Ξέρεις μεγάλες εταιρείες πριν βγάλουν ένα προϊόν στην αγορά το μελετάνε μπορεί και δύο χρόνια. Εγώ δεν πρόλαβα καλά καλά να τα φτιάξω και τα πήγα στην έκθεση. Έχω να τελειοποιήσω αυτά και να τα πουλήσω! Σχεδίασα ακόμη κάποια κολιέ από ύφασμα πλισαρισμένο για το Μουσείο της Ακρόπολης. Είναι εμπνευσμένα από τους βοστρύχους των αρχαϊκών κορών και είναι με τα Πολυγνώτεια χρώματα.

Rd: Ποια είναι η αντιμετώπιση των Ελλήνων σχεδιαστών στο εξωτερικό; Πρόσφατα έλαβες μέρος στην έκθεση «Light and Building» στην Φρανκφούρτη. Θα ήθελα να μας μεταφέρεις την εικόνα που «τράβηξες» με τα μάτια σου από κει, ή αυτό που σε διαπέρασε σα συναίσθημα:

A.T.: Ο ανταγωνισμός είναι τρομερός. Δεν έχουμε κάποια ιδιαίτερη αντιμετώπιση. Τους ενδιαφέρει αν το προϊόν είναι καλό. Δεν έχει σημασία από που είσαι. Το συναίσθημα είναι πως θα τα βάλω με τους γίγαντες με τεχνικές άψογες, τεχνογνωσία οικονομική υποστήριξη… Είναι στιγμές που ένιωσα σαν μυρμήγκι. Όμως υπάρχουν και σχεδιαστές πολλοί από διάφορα κράτη σαν και εμένα με μικρά εργαστήρια και βιοτεχνίες που λαμβάνουν μέρος και έβλεπα στο απέναντι περίπτερο τον εαυτό μου. Ένας Σουηδός και ένας Δανός. Σχεδιαστές αξιόλογοι και οι δυο. Αν τους βλέπατε τι έκαναν! με τις κοπέλες τους. Με τι φοβερό κόπο. Με την ελπίδα να καταφέρουν να προβάλουν το έργο τους για να πουλήσουν για να μπορέσουν να συντηρήσουν τα εργαστήριά τους για να κάνουν τη δουλειά που αγαπούν. Ένιωθα μια φοβερή συγκίνηση όταν έβλεπα τον Δανό, νέο παιδί να παλεύει με τέτοια ορμή. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα. Εύχομαι με όλη μου την καρδιά να τα καταφέρει και να μη το βάλει κάτω. Δείτε τις ιστοσελίδες τους. Ο ένας δουλεύει με ξύλο και ο άλλος με σίδερο.

Rd: Μια ερώτηση που μου αρέσει να κάνω, είναι η προ-τελευταία και έχει να κάνει με τη χώρα μας. Σήμερα με τις καταστάσεις που περνάμε, νιώθω πως έχει μεγάλη σημασία. Αν λοιπόν είχαμε να επανεφεύρουμε την Ελλάδα και να την κάνουμε brand name ξανά στον κόσμο, τι θα έπρεπε να της δώσουμε να κρατά; Τι θα έπρεπε να την εκπροσωπεί; Αντικείμενο ή ιδέα ή κάτι άλλο;

Α.Τ.: Ένας συνδυασμός που θα προβάλει τον τόπο μας τα νησιά μας τη θάλασσα το κλίμα διατηρώντας την ταυτότητα μας με τις ιδιαιτερότητες του τόπου μας και τον πολιτισμό μας και τις συνήθειές μας κι αυτά όλα ειδωμένα με έναν σύγχρονο τρόπο και όχι εθνικιστικά. Και εμείς οι άνθρωποι που ζούμε εδώ να μην αρκεστούμε μόνο σε αυτό. Αλλά να μπορούμε να δημιουργούμε για να υπάρχει πρόοδος. Αυτό δυστυχώς έχει χαθεί και μαζί μας σιγά σιγά χάνεται και ο τόπος. Δεν μου αρέσει το brand name για μια χώρα. Αυτή η ξενομανία και η μίμηση μας έφαγε.

photos by Natalia Tsoukala

Rd: Σε ευχαριστώ πολύ, πολύ που είσαι εδώ και σε δημοσιεύω. Σου εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κάνεις και προπάντων ευτυχία.

A.T.: Σε ευχαριστώ.

Alexandra Tsoukala | minimum design

Address: 13 Trivonianou Street , Athens 116 36 – Greece

Tel/Fax: +30 210 72.13.705

Mobile: +30 6944 692 230

email: minimum_design@yahoo.gr